Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2012

Στο Βασίλειο της Δανιμαρκίας...




Καλέ μου φίλε Θανάση, νομίζω πια ότι με όλες αυτές τις χαζοχαρούμενες δημοσιεύσεις μου έχεις πάρει μια μικρή ιδέα σχετικά με το ποια είναι η φιλοσοφία του Ελευθεροτεκτονισμού.

Μάλλιασε η γλώσσα μου (ή τουλάχιστον το πληκτρολόγιό μου) προσπαθώντας να βάλω στην ξερή σου κεφάλα κάποια πράγματα, από αυτά που ο προσφιλής θρησκευτικός Ταλιμπάν της γειτονιάς σου είτε αγνοεί, είτε τα περνάει «στο ντούκου», όταν είναι να σου πει ότι η Κόλαση είναι πολύ μικρή τιμωρία για εμάς τους παλιομασόνους.

Από την άλλη, αν ήταν να πάρει τοις μετρητοίς κανείς όλα αυτά που γράφω, θα απορούσε γιατί οι τσολιάδες στη Βουλή δεν φυλάνε το μνημείο του Άγνωστου Μασόνου και γιατί δεν μας ανάβουν καθημερινά από μια λαμπάδα στο μπόι μας για την καλοσύνη και την ανιδιοτέλειά μας.

Μήπως τελικά, όλα όσα σου έγραφα τόσο καιρό είναι άλλη μια μερίδα μπούρδες, με διαφορετική γαρνιτούρα;

Όπως σου είχα πει, όταν ήμουν πιτσιρικάς, μια γειτόνισσα με αποκαλούσε «παπαρδέλικο» και η προσφιλής μου συνήθεια να πηγαίνω από τα Σπάτα στην Ομόνοια μέσω Λαμίας δεν με εγκατέλειψε κατά τη διάρκεια του μισού αιώνα που παρεμβλήθηκε από την οξυδερκή διαπίστωση της καλής μου γειτόνισσας, μέχρι σήμερα. Έτσι θα σου απαντήσω για άλλη μια φορά έμμεσα και βγάλε εσύ τα συμπεράσματά σου.

Αν έχεις πάει στην εκκλησία οποιαδήποτε άλλη στιγμή εκτός από αυτή που μόλις προλαβαίνεις να ακούσεις τον παπά να ψάλλει το « Χριστός Ανέστη» και τα συνοδευτικά βαρελότα, να φιλήσεις τη θεία σου την Ευρυδίκη και (αν είσαι τυχερός) και την Τασούλα του κυρ Μηνά του μπακάλη και να αποχωρήσεις πάραυτα με βήμα γοργό προς την αναμένουσα ζεστή μαγειρίτσα,  θα έχεις ίσως ακούσει τον εν λόγω παπά να κηρύττει στους πιστούς.

Ε, λοιπόν, Θανάση μου, έχεις ακούσει ποτέ τον περί ου παπά να μιλάει για τις λαμογιές των επί της Γης εκπροσώπων του Κυρίου; Τον έχεις ακούσει να λέει για τους δεσποτάδες με τις σπηλαιώδεις τσέπες, για τους κληρικούς που παρεξήγησαν το «άφετε τα παιδία ελθείν προς εμέ», και για όλη τη διαφθορά που κρύβεται κάτω από τα χρυσοποίκιλτα άμφια; Το μόνο που θα τον ακούσεις να μιλάει, είναι για τη διδασκαλία του Ιησού, ακόμα κι αν ο ίδιος σκέφτεται εκείνη τη στιγμή τα γιουβαρλάκια που του υποσχέθηκε η παπαδιά για μεσημεριανό.

Κάθε φιλοσοφική ή θρησκευτική θεώρηση, καλέ μου φίλε, έχει δύο σκέλη, το Ιδεατό, που αποτελεί την ουσία της ύπαρξης αυτής της φιλοσοφίας και το Πρακτέο, το οποίο συνήθως ξεφεύγει αρκετά από τα Πλατωνικά πρότυπα του πρώτου. Πάντων μέτρον ο άνθρωπος, Θανάση μου και ως συνεπής παράγων αυξημένης απροσδιοριστίας και Χάους, μέσα στη Φύση, τείνει να διαστρεβλώνει κάθε Ιδεώδες με το οποίο θα αποφασίσει να ασχοληθεί.

Η μη αναγνώριση του φαινομένου αυτού αποτελεί τη βάση για την ανάπτυξη της Υποκρισίας και εδώ, ως ανώνυμος και ταπεινός συγγραφέας περιορισμένων ταλάντων και μηδενικών φιλοδοξιών, προσπαθώ να την αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι, γιατί δεν θα είχε κανένα νόημα να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας.

Έτσι θα σου πω ξεκάθαρα ότι όπως η Χριστιανική πίστη δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο να είναι υπεύθυνη για τις ανομίες και τις αμαρτίες των εκπροσώπων του Θεού επί της Γης, έτσι και ο Ελευθεροτεκτονισμός δεν θα μπορούσε να είναι εσαεί υπόλογος για τις αστοχίες, τις λαμογιές και την κατακριτέα συμπεριφορά κάποιων Τεκτόνων.

Το να χρησιμοποιεί κάποιος το Ιδεώδες του Χριστιανισμού (ή οποιασδήποτε άλλης θρησκευτικής ή ηθικής φιλοσοφίας) έναντι των λαθών κάποιων Τεκτόνων, είναι μια τακτική που κάλλιστα θα μπορούσε να αντιστραφεί με τον ίδιο υποκριτικό τρόπο. Και μια και δεν έχω χρηματίσει παπάς, για το μόνο που μπορώ να σου μιλήσω είναι για τον Τεκτονισμό.

Ε, ναι, καλέ μου φίλε και μοναδικέ μου αναγνώστη, δεν είναι όλα ρόδινα και ιδανικά στο βασίλειο του Τεκτονισμού, όπως δεν είναι ποτέ έτσι και στην κοινωνία μας ή ακόμα και στη θρησκεία μας.

Υπάρχουν οι αδελφοί που εντάχθηκαν στην Αδελφότητά μας με την λανθασμένη εντύπωση ότι εκεί μέσα θα έπιαναν τον Πάπα από τις (διακοσμητικές) προεξοχές του και ότι θα αποκτούσαν κολλητηλίκια και θα ανελίσσονταν με περισσή ευκολία την κοινωνική κλίμακα. Δυστυχώς γι αυτούς, δεν ανακαλύπτουν το ποθητό χρυσάφι στην άκρη του Τεκτονικού ουράνιου τόξου και συνήθως απομακρύνονται μόνοι τους έπειτα από κάποιο διάστημα. Όμως, υπάρχουν και οι αληθινοί Τέκτονες που η προσφορά τους, τόσο στους αδελφούς τους όσο και στην Κοινωνία δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί ακόμα κι από τον πιο κακόπιστο επικριτή και ευτυχώς αποτελούν την πλειοψηφία.

Υπάρχουν  αυτοί που κυνηγούν πάση θυσία τους τίτλους και τα διάσημα, τα πλουμιστά περιζώματα και την είσοδό τους στη Στοά με κρουόμενες σφύρες και ξίφη, γιατί έξω από τη Στοά, η Ζωή τους μοίρασε μια γενναία μερίδα σκατά και αυτός είναι ο μοναδικός τους τρόπος να πείσουν τον εαυτό τους ότι είναι σε κάτι ξεχωριστοί. Υπάρχουν όμως και οι σοφοί Τέκτονες που τα διάσημα αυτά τα βλέπουν σαν μια υπενθύμιση των βαρών που έχουν αναλάβει για χάρη του Τάγματος και των αδελφών τους και ευτυχώς αποτελούν την πλειοψηφία μεταξύ των βαθμοφόρων αδελφών μας.

Υπάρχουν κάποιοι που οι υψηλοί επιγενόμενοι βαθμοί τους (Τέκτονες άνω του 30ου βαθμού, Ναϊτες Ιππότες κλπ) τους κάνουν να αποκτούν το ύφος της Αυθεντίας και τους δημιουργούν την αυταπάτη ότι τα κακάκια τους γίνονται μυροβόλα και ο λόγος τους αποτελεί απάνθισμα σοφίας, ακόμα κι όταν αναφέρονται στην τιμή της κουτσομούρας. Υπάρχουν όμως, και είναι συντριπτικά περισσότεροι, οι ταπεινοί και φωτισμένοι Τέκτονες που ο βαθμός τους είναι απλά ένα οδόσημο της πορείας που έχουν διανύσει στο δρόμο τους προς το Φως.

Όλα αυτά τα αρνητικά παραδείγματα Τεκτόνων δεν θα μπορούσαν ποτέ να υπονοήσουν ότι ο Τεκτονισμός τους έχει διαφθείρει και ευθύνεται για τα λάθη τους. Απλά αποδεικνύουν ότι ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να αντιληφθεί τα δώρα της Σοφίας μέσα στην καθημερινή του ζωή, δεν θα μπορέσει να καταλάβει και να αποκομίσει τίποτα, ούτε εάν κατά τύχη παρεισφρήσει στην Τεκτονική Αδελφότητα. Ο Τεκτονισμός αποτελεί ένα θησαυρό, μόνο γι αυτόν που θέλει και μπορεί να τον ανακαλύψει, ψάχνοντας πολύ βαθειά μέσα στην ψυχή του.

Θα μου επιτρέψεις λοιπόν, καλέ μου Θανάση, να αγνοήσω παντελώς την ύπαρξη αυτών των λαθρεπιβατών, που βρέθηκαν από λάθος μέσα στην Αδελφότητά μας και να σου μιλάω για το Ιδεώδες του Τεκτονισμού, μια που περιμένω, όταν επιτέλους αποφασίσεις να κρούσεις ατάκτως τη θύρα (κατρουλιάρη!), να το πράξεις για τους ορθούς λόγους και όχι από κάποιες λανθασμένες πληροφορίες.

Πάψε λοιπόν να με θεωρείς έναν ακόμα ονειροπόλο χαζό, δεν είμαι, απλά τον κάνω για χάρη σου.

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Ολαρία, ολαρά !!






«..τα παιδιά που αγαπούν τα στρατιωτάκια
τ’αλογάκια και τα ξύλινα σπαθιά
Βρυκολάκιασαν και βγήκαν στα σοκάκια,
έλα μέσα και μίλα πιο σιγά….»

Κι έτσι φτάσαμε εδώ, καλέ μου φίλε Θανάση… Να παρακολουθούμε στους δρόμους ομάδες μαυροντυμένων νεαρών, με ξυρισμένα κεφάλια και παντελόνια παραλλαγής, φουσκωμένων από τις ορμόνες και τη μοναδική ενασχόληση που αντέχει ο εγκέφαλός τους χωρίς να «καεί», το γυμναστήριο, να επιτίθενται σε κάτι σκουρόχρωμα ανθρωπάκια που προσπαθούν να επιβιώσουν πουλώντας κινέζικα μπιχλιμπίδια ή προσπαθώντας να μας καθαρίσουν το παρμπρίζ του αυτοκινήτου μας, σε μια χώρα που αντί να κοιταχτεί στον καθρέφτη, ψάχνει καθημερινά για νέους αποδιοπομπαίους τράγους.

Και αναρωτιέμαι, καλέ μου Θανάση, ποια από αυτές τις μέρες, βγαίνοντας αργά το βράδυ από το κτίριο που στεγάζεται η Στοά μου, θα τους βρώ να με περιμένουν στο απέναντι πεζοδρόμιο, για να δώσουν ένα «παράδειγμα» στην κοινωνία του τι παθαίνει ένας «βρωμερός ανθέλληνας εβραιομασόνος» όταν πέσει στα χέρια τους.

Αλλά μην ανησυχείς, Θανάση μου, μόλις δείξουν τον ανδρισμό τους και τα εθνικοπατριωτικά τους αισθήματα σε όλους εμάς τους μιαρούς σατανιστές, θα έλθει η σειρά των Εβραίων Ελλήνων να τους δουν έξω από τις συναγωγές τους, των ακούρευτων νεαρών με το σκουλαρίκι στο αυτί, των αριστερών, των πανεπιστημιακών, των διανοουμένων, των αλλόθρησκων  και τέλος η δική σου σειρά. Κάνε λίγη υπομονή, καλέ μου φίλε.

Και όταν θα ξανακυκλοφορήσω στο δρόμο, στολισμένος με ράμματα και τσιρότα (αν είμαι τυχερός, βέβαια), θα ακούσω τον κυρ-Χαράλαμπο, στον φούρνο που παίρνω το καφεδάκι μου στο χέρι κάθε πρωί, να επιχαίρει επειδή υπάρχουν κάποια παλληκάρια τσαμπουκαλεμένα που επιτέλους αποφάσισαν να δείξουν σε όλα τα βρωμόσκυλα της πατρίδας μας ότι η Ελληνική Ψυχή ζει και βασιλεύει.

Εμείς οι Τέκτονες, Θανάση μου, μπορούμε να εκτιμήσουμε μια καλή αλληγορία. Η Τεκτονική παράδοση είναι γεμάτη από αλληγορικούς μύθους μέσα από τους οποίους ο καθένας από εμάς βρίσκει την άκρη του μυητικού νήματος που θα τον οδηγήσει στα τρίσβαθα της ψυχής του. Ετσι μπορούμε επίσης να εκτιμήσουμε ότι κάθε έθνος έχει ανάγκη τους μύθους του, την ωραιοποιημένη παρουσίαση της Ιστορίας του, όπου οι πρόγονοί του θα φαντάζουν δίμετροι ήρωες έτοιμοι να θυσιαστούν για κάθε εθνική υπόθεση. Είναι άλλωστε αυτοί οι μύθοι που ατσάλωσαν την ψυχή αυτών των παιδιών που δημιούργησαν το θαύμα του Αλβανικού έπους του 1940-41.

Το πρόβλημα, όμως, καλέ μου φίλε, ξεκινάει όταν οι μύθοι αυτοί υποκαθιστούν την πραγματικότητα. Όταν μέσα από τους μύθους αυτούς, ένας φιλόδοξος δικτατορίσκος παίρνει κοντά του μια ομάδα αμόρφωτων, απαίδευτων και ανεγκέφαλων νέων ανθρώπων και τους βαυκαλίζει ότι το Πεπρωμένο τους είναι να σταθούν στο Πάνθεον των ηρώων δίπλα στον Λεωνίδα και τον Αθανάσιο Διάκο, από τους οποίους αναμφισβήτητα έλκουν τα γονίδιά τους.

Και φυσικά, Θανάση μου, το πρόβλημα ξεκίνησε πολλά χρόνια πριν, όταν βλέπαμε ένα σωρό γιαλατζί αγωνιστές της «γενιάς του Πολυτεχνείου»  να καταστρέφουν σιγά-σιγά και προκλητικά την πατρίδα μας από μέσα, από τα έδρανα της Βουλής, τους συνδικαλιστικούς και υπουργικούς τους θώκους και την διαχείρηση της  ρημαγμένης Οικονομίας και  Παιδείας  μας, ενώ εμείς, ικανοποιημένοι από τα ψίχουλα που έπεφταν απ’το τραπέζι τους δεν κάναμε τίποτα.

Και το πρόβλημα διογκώνεται όταν ο δικτατορίσκος αυτός κάνει τα παιδιά αυτά να πιστέψουν ότι το φυλετικό και ιστορικό τους Πεπρωμένο επιτάσσει να εξολοθρεύσουν όλους τους κατώτερους υπανθρώπους άλλων φυλών και θρησκειών και όλους αυτούς τους βρωμιάρηδες που τους υποστηρίζουν, ώστε η Κοινωνία τους να είναι φυλετικά καθαρή, ηθικά αμόλυντη και πραγματικά ανώτερου επιπέδου, για να μπορέσουν επιτέλους και αυτά τα παιδιά να βρούν τη θέση που δικαιωματικά έπρεπε να κατέχουν, αντί να περιφέρονται άνεργοι και αποκλεισμένοι από το τρελλό φαγοπότι στο οποίο είχαν επιδοθεί οι εθνοπατέρες μας.

Και το πρόβλημα, Θανάση μου, γιγαντώνεται, όταν η ίδια η Κοινωνία μας, αποδεχτεί τα μαυροφορεμένα αυτά παιδιά και επικροτήσει τις πράξεις τους και τους δικαιολογήσει, επειδή την διακατέχει η αίσθηση αδυναμίας για όλα όσα γίνονται γύρω της.

Κάθε μέρα που περνάει με κάνει να κατανοώ όλο και περισσότερο τους απλούς Γερμανούς πολίτες  της δεκαετίας του 1930, γιατί βλέπω τον γείτονά μου να γίνεται σιγά-σιγά ένας από αυτούς, φοβισμένος από όσα γίνονται γύρω του χωρίς τη συμμετοχή του.

Και συνειδητοποιώ ότι ο Τέκτων ίσως δεν μπορεί πια να δώσει κανένα παράδειγμα σε μια κοινωνία που απλά δεν έμαθε ποτέ της να διδάσκεται από αυτό και να βελτιώνεται. Κι έτσι, περιορίζω τις αναζητήσεις μου στον δικό μου, μικρό κόσμο και μετά τις εργασίες της στοάς μου πίνω ένα ποτηράκι με τους αδελφούς Δον Κιχώτες και λέμε τα δικά μας, ελπίζοντας ότι όταν βγούμε από την εξώπορτα του Τεκτονικού μας Μεγάρου δεν θα αντικρίσουμε τα παλληκάρια με τα μαύρα να μας  περιμένουν.