Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Η "καραμέλα" των Ταλιμπάν (και μια απάντηση)


Καλέ μου αμύητε φίλε και πιστέ αναγνώστη Θανάση, όπως σου έχω πει πολλές φορές στο παρελθόν, η ίδια η φύση του Τεκτονισμού τον καθιστά στόχο για όσους δεν μπορούν να χωνέψουν ότι ο Άνθρωπος είναι ένα έλλογο, σκεπτόμενο και ελεύθερο όν που δεν μπορεί κάτω από κανονικές προϋποθέσεις να αποτελεί μέρος ενός άλογου κοπαδιού που θα κατευθύνεται από όρισμένους αυτοχρισθέντες τσομπαναραίους.

Ένας από αυτούς τους ποιμένες, που θεωρεί ότι πρέπει να έχει λόγο, όχι μόνο στο ποίμνιό του αλλά και για τη ζωή και τα πιστεύω οποιουδήποτε ανθρώπου (σε βαθμό που πρόσφατα εξέδωσε ανακοίνωση για τον τρόπο που πρέπει να συμπεριφέρονται ερωτικά ακόμα και τα ζευγάρια), είναι ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ. Η δράση του εν λόγω "αγίου", πέρα από τις φαιδρές της πτυχές, περιλαμβάνει φανατισμένα και μισαλόδοξα κηρύγματα εναντίον του Ελευθεροτεκτονισμού, σχεδόν καθημερινά, γι αυτό είναι και ένα από τα χαϊδεμένα παιδιά εφημερίδων όπως "Ο Στοχος" και η "Ελεύθερη Ώρα".

Για το λόγο αυτό, ο Μεγάλος Διδάσκαλος της Μ.Σ.Τ.Ε. ενδοξ.: αδ.: Νίκος Βουργίδης, εξέδωσε ανακοίνωση-απάντηση, η οποία αν και μακροσκελής, αποτελεί μία ολοκληρωμένη θέση όλων των Τεκτόνων, ανεξαρτήτως Τάγματος, απέναντι σε αυτά τα κηρύγματα μίσους, και ελπίζω να έχεις την υπομονή να την διαβάσεις . 
.......................................... 

Aπάντησις του Μεγάλου Διδασκάλου Νικολάου Βουργίδη στα αντιτεκτονικά και μισαλόδοξα κηρύγματα του Μητροπολίτη Πειραιώς κ.κ. Σεραφείμ.
Από της ιδρύσεως του Τεκτονισμού, οι Ταγοί του, άνθρωποι ανωτάτης παιδείας και πνεύματα γιγάντια, συνεκέντρωσαν το απαύγασμα της ανθρωπίνης λογικής και σοφίας και εδημιούργησαν το Τεκτονικό σύστημα, το οποίο κατέστη διανθρώπινο και Παγκόσμιο. Ένα θεσμό, εις τον οποίο υπάρχει  ένας  εσωτερισμός από παλλόμενη ανωτερότητα, που κατέκτησε με τον καιρό όλο τον ανώτερο πνευματικά κόσμο της Ευρώπης αρχικά και των άλλων Ηπείρων αργότερα.
 
Ο Τεκτονισμός δεν είναι θρησκεία ως αβασίμως ισχυρίζεται ο Μητροπολίτης Πειραιώς, αλλά  Θεσμός φιλοσοφικός, προοδευτικός και φιλανθρωπικός, που επιδιώκει σταθερά τη δημιουργία μίας ανθρώπινης Κοινωνίας, εις την οποίαν θα λειτουργούν οι αρχές της Ελευθερίας, της Ισότητας και της Δικαιοσύνης.  
Προτείνει στα μέλη του, ως μέλη του Κοινωνικού συνόλου, να χαλιναγωγούν τα πάθη τους, να εξαλείφουν τις αντικοινωνικές τους τάσεις με την συνεχή παίδευση του εαυτού τους, και να διορθώνουν όσο είναι δυνατόν τις ατέλειές τους.  
Σ’ αυτή τη συνολική ανθρώπινη  προσπάθεια, για ένα καλύτερο αύριο, βοηθάει ο Τεκτονισμός.  
Μεθοδεύει την ανθρώπινη ψυχοηθική ανάπτυξη σε παγκόσμια κλίμακα, μία πανανθρώπινη δηλαδή ενότητα, στην οποία θα υπάρχει ισότητα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.  
Προτρέπει τα μέλη του, με τη συνεχή άσκηση της αρετής, να πράττουν το «καλόν απολύτως» .  
Διδάσκει την σωφροσύνη και τη δικαιοσύνη, την επιείκεια, την ανοχή και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο, ανεξαρτήτως φυλής, χρώματος, εθνικότητος, θρησκείας, κοινωνικής θέσης και γλώσσας.  
Αυτή είναι η βάση της τεκτονικής ηθικής.  
Αυτή την διά βίου τελειοποίηση των μελών του, επιδιώκει ο Τεκτονισμός και κηρύσσει το της Εκκλησίας μας παράγγελμα «ό συ μισείς, ετέρω μη ποιήσεις», προσθέτοντας εις αυτό και το «πράττε εις τους άλλους πάν ότι καλόν επιθυμείς και ούτοι να πράττουν εις σε», που είναι η πιο υψηλή ηθική αξία γιατί είναι θεμέλιο κάθε ανθρώπινης κοινωνίας και εκφράζει το νόμο της αμοιβαιότητας, τον «χρυσούν κανόνα» της ηθικής.  
Ο Τεκτονισμός  αποσκοπεί την ηθική και πνευματική βελτίωση των μελών του, διά της αυτογνωσίας, της έρευνας της Αλήθειας, της Αλληλεγγύης και της εφαρμογής των Αρχών της Τεκτονικής Ηθικής.  
Εργάζεται αδιαλείπτως υπέρ της προόδου και της ηθικής και πνευματικής ανορθώσεως της Ανθρωπότητος διά της ειρηνικής και βαθμιαίας ανυψώσεως του Ατόμου.  
Θεωρεί ως ύπατο αγαθό την ελευθερία της σκέψεως και της συνειδήσεως.  
Για τον Τέκτονα η αφοσίωση εις την οικογένεια, ο σεβασμός προς τους κοινωνικούς θεσμούς, η αγάπη προς την πατρίδα και η τήρηση των καθηκόντων του πολίτη, είναι ιερά.
Πλέον των ανωτέρω, βασική επιδίωξη του τέκτονα είναι η αγάπη την οποία οφείλει προς όλους τους ανθρώπους, μέσα στο πνεύμα της παγκοσμίου αδελφότητας και δικαιοσύνης, όπως τη δίδαξε ο Θεάνθρωπος Χριστός.
 
Ο Τεκτονισμός πιστεύει ακλόνητα στην ύπαρξη του Θεού, αλλά δεν προβάλλει συγκεκριμένο Θεό, γιατί ο Θεός είναι υπεράνω του λογικού, η δε προσέγγισή του, προϋποθέτει υπέρβαση και θρησκευτική πίστη εκάστου ατόμου, στις οποίες δεν παρεμβαίνει ο Τεκτονισμός.  
Ο Θεός είναι υπερνοητός, άρρητος και μοναδικός στο Σύμπαν, είναι ο Πλάστης και Δημιουργός του Παντός. Για τον λόγο αυτό ο Τεκτονισμός τον αποκαλεί, απρόσωπα, Μεγάλο Αρχιτέκτονα  του Σύμπαντος, προκειμένου, απλά, να μπορούν να συνεννοούνται όλοι οι Τέκτονες μεταξύ τους, ανεξάρτητα από το επί μέρους θρήσκευμά τους και να αποφεύγονται συζητήσεις και προστριβές που απορρέουν από την πίστη του καθενός σε θρησκευτικό δόγμα.  
Οι ανά τον κόσμο Τέκτονες, στην συντριπτική πλειοψηφία τους είναι στο θρήσκευμα πιστοί Χριστιανοί (Ορθόδοξοι, Καθολικοί, Διαμαρτυρόμενοι). Πιστεύουν στον Θεό και την διδασκαλία της Αγάπης του Θεανθρώπου Χριστού, δεν εμπλέκονται όμως σε θρησκειολογικά θέματα, εφ’ όσον, ο Τεκτονισμός «αυστηρώς αποκλείει πάσαν συζήτηση επί θρησκευτικών ζητημάτων και δεν συμμετέχει των επ’ αυτών αγώνων», ούτε εμπλέκουν ή συγχέουν  τη θρησκευτική πίστη τους με την ενασχόλησή τους με τον Τεκτονισμό.  
Ο ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΣ, μέσα στην παγκοσμιότητά του, παρακολουθεί τις τροπές και τις εκτροπές της ιστορίας, τα δεινά και την οδύνη των συγχρόνων συνανθρώπων μας, τη βία, την κατάχρηση εξουσίας, την πείνα, την ανάγκη, την απαιδευσία, τον πόλεμο. Και συμπάσχει, προσπαθώντας να συμβάλει, έστω και αφανώς, στην βελτίωση της ανθρωπότητας και στην μελλοντική Κοινωνική συνομάδωση.  
Ο Τεκτονισμός θεωρεί, ότι «ο άνθρωπος είναι κάτι περισσότερο από ότι αυτός μπορεί να γνωρίζει για τον εαυτό του, είναι το όν που έρχεται σε σχέση με τον Θεό», είναι δυνάμει εικόνα Θεία, με ψυχή και πνεύμα, που έχει τη δυνατότητα να ομοιωθεί με τον Θεό, αφού άλλωστε ο άνθρωπος είναι δημιούργημα / ποίημα του Θεού. Γι’ αυτό και ο Τεκτονισμός, με τη διδασκαλία του, ωθεί τον άνθρωπο να αγωνίζεται έως ότου επιτύχει την εσωτερική μεταστροφή, προκειμένου να επανεύρει τον «απωλεσθέντα λόγο» και να κατακτήσει την αρετή.  
Η τεκτονική ενασχόληση διατηρεί τον Τέκτονα σε διαρκή εγρήγορση, πνευματική και ψυχική, που ισχυροποιεί την έμφυτη έφεση του ανθρώπου για βελτίωση. Ενισχύει τις ατομικές διεργασίες του χωρίς να τις περιορίζει μέσα σε προκαθορισμένα δογματικά πλαίσια. Επομένως, δεν μπορεί ο Τεκτονισμός να προσφέρει κανενός είδους «λύτρωση» και μάλιστα «με το λογικό»

Με τον ορθό λόγο, ο Τέκτων μπορεί να κατανοήσει τον εαυτόν του, στη συνέχεια τον συνάνθρωπο, και τελικά, το συμπαντικό περιβάλλον του. Πρόκειται για μια στροφή του πνεύματος προς τα εντός υπό μορφήν αυτογνωσίας και, κυρίως, προς τα εκτός του ατόμου συμβαίνοντα, ώστε αυτό να προσαρμόσει αρμονικά την επίγεια ζωή του προς τα συμβατικά και τα αισθητά. 

Ομως, «λύτρωση» που προσφέρουν οι θρησκείες, δεν ζήτησε να προσφέρει ούτε διακηρύσσει ο Τεκτονισμός. Η λύτρωση προϋποθέτει μία εσωτερική εμπειρία της ψυχής που σχετίζεται με το «επέκεινα» και επιτυγχάνεται χάρη στη θρησκευτική «πίστη». Με αυτήν, ο άνθρωπος υπερβαίνοντας το λογικό και την εμπειρία των αισθήσεων, αποκαλύπτει και ταυτίζεται με τον Θεόν, η Ουσία του Οποίου δεν μπορεί να προσδιορισθεί με μόνη την διάνοια και τον ορθό λόγο. 

Ο Τεκτονισμός, αποτελεί ανθρώπινη προσπάθεια που στηρίζεται στη βούληση του ατόμου να αυτοβελτιωθεί, επιθυμία, η οποία είναι προϊόν της διανοίας του. Η βαθμιαία και διαχρονική αυτοβελτίωση και τελειοποίηση του Τέκτονα περιλαμβάνει την προϊούσα αύξηση του πνευματικού του φωτός. Η αύξηση αυτή αφορά το ίδιο το άτομο, εξαρτώμενη από τις ατομικές δυνατότητές του και όχι από τη θρησκευτική κατήχηση, ούτε από τη μυστηριακή απόκτηση της Θείας Χάριτος, που αποτελεί πράγματι ψυχική λύτρωση παντός πιστού θρησκευομένου.  
Οπως ήδη είναι γνωστόν στον Μητροπολίτη Πειραιώς, ο Τεκτονισμός μη όντας θρησκευτική οργάνωση ή θρήσκευμα, δεν πραγματοποιεί θρησκευτικές συνάξεις, ούτε ασχολείται να τιμήσει τον Θεόν με τελετουργίες και λατρευτικά αντικείμενα.  Ο κάθε τέκτονας λατρεύει τον Θεόν εκτός Τεκτονικών Εργαστηρίων σε θρησκευτικούς ναούς, οι οποίοι εκπροσωπούν το επί μέρους θρήσκευμά του και, βέβαια, οι Ελληνες Τέκτονες, στην συντριπτική τους πλειοψηφία λατρεύουν τον εν Τριάδι αληθινόν Θεόν στους Ναούς της Ορθόδοξης Ελληνικής Εκκλησίας.
 
Ο Τεκτονισμός, μη όντας θρησκευτικό βίωμα, και «απορρέων εκ του ορθού λόγου», δεν επιδιώκει με τα εντός των Στοών δρώμενα, ούτε τη λατρεία του Θεού ούτε τη λύτρωση των μελών του. Εχοντας ξεκινήσει, όμως ο Θεωρητικός Τεκτονισμός από την Χριστιανική Ευρώπη, είναι εύλογο να πρόσκειται προς τον Θεό της Αγίας Γραφής και να είναι επηρεασμένος από τη Χριστιανική παιδεία, η  οποία επικρατούσε στη Δύση κατά τον 18ο αιώνα.
 
Ετσι, μερικές φορές, ορισμένα από τα δρώμενα εντός των Τεκτονικών Στοών, μπορούν να θυμίζουν ενεργήματα της Χριστιανικής θρησκείας που αποσκοπούν στον εντυπωσιασμό και τη συγκίνηση διά μέσου της εικόνας – πράξης και του ακούσματος – λόγου ή της μουσικής. Ομως, όλα τα τελούμενα στις Τεκτονικές Στοές είναι απολύτως συμβολικά, περιορίζονται στην ενεργοποίηση της σκέψης και του συναισθήματος και αποσκοπούν μόνο στην ηθική αυτοβελτίωση κάθε Τέκτονα, ουδέποτε δε ούτε και κατά διάνοιαν, στη μετάδοση Θείας Χάριτος, όπως συμβαίνει με την τέλεση των Χριστιανικών Μυστηρίων.
 
Οι Τεκτονικές τελετές δεν έχουν θρησκευτικό χαρακτήρα και αποσκοπούν μόνο στο να «χαράξουν στη μνήμη των Τεκτόνων το καθήκον τους να είναι πάντα επιφυλακτικοί και συνετοί» καθώς επίσης και για να «εκπλήξουν τη φαντασία τους προκειμένου να κατανοήσουν αυτοί ότι η οδός της Σοφίας είναι πλήρης ανωμαλιών». Αδιάψευστο στοιχείο του μη θρησκευτικού χαρακτήρα του Τεκτονισμού είναι ότι τα Τυπικά του χαρακτηρίζουν τα ιστορούμενα ως «μύθους» και τα τελούμενα ως «συμβολικά», που αποσκοπούν στην εμβάθυνση της σκέψης και στην καλύτερη κατανόηση των εκτιθεμένων, χωρίς καμια απολύτως υπέρβαση του ορθού λόγου.
 
Το γεγονός  ότι ο Τεκτονισμός δεν είναι θρησκεία, προκύπτει εκ του γνωστού εις τον Μητροπολίτη Πειραιώς υπομνήματος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, το οποίο η Ιερά Σύνοδος εζήτησε διά του υπ’ αριθμ. 2530/1933 εγγράφου της, επί του από Ιουλίου 1933 σχετικού ερωτήματος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
 
Εις την γνωμάτευση αυτή μεταξύ άλλων εκτίθενται και τα εξής:
 
(1)    Αι Αρχαί του Ελληνικού μασσωνισμού διατυπούνται εις το «Σύνταγμα» (ήδη Καταστατικό Χάρτη) και τον «Γενικόν Κανονισμόν της γαληνοτάτης Μεγάλης Ανατολής της Ελλάδος, (ήδη Μεγάλη Στοά της Ελλάδος» (συνεξεδόθησαν εν Αθήναις, εν β’ εκδόσει το 1930) και εις τα «τυπικά των τεκτονικών λειτουργιών και τελετών» (Αθήναι 1924) και, συμφώνως προς τα επίσημα ταύτα κείμενα, δύναται οπωσδήποτε να μορφωθή «επιστημονική» γνώμη περί του Μασσωνισμού παρ’ ημίν, εφόσον υπό το φερόμενον ως «μυστικόν» του Μασσωνισμού ουδέν υποκρύπτεται κατά τας διαβεβαιώσεις επιφανών και αξιοπίστων Μασσώνων. Ατοπον δε είναι να εξάγωνται   θετικά συμπεράσματα περί του Μασσωνισμού  εκ συγγραμμάτων ατόμων, φιλικώς ή εχθρικώς προς αυτόν διακειμένων, καθόσον η αυθεντική διδασκαλία μόνον εξ επισήμων κειμένων δύναται να εξαχθή και ουχί εκ μονομερών και υποκειμενικών αντιλήψεων ατόμων. Γνωρίζομε δε εκ της Ιστορίας πόσαι άδικοι κρίσεις και διωγμοί εγένοντο εν τω παρελθόντι κατά θρησκειών, οργανώσεων και ατόμων εξ αφορμής πεπλανημένων προκαταλήψεων και αστηρίκτων κρίσεων.
 
(2)    Ο Μασσωνισμός δεν είναι θρησκευτική οργάνωσις ουδέ σωματείον επιδιώκον θρησκευτικούς σκοπούς. Τούτο καταφαίνεται εκ των εξής.
(α) Κατά το άρθρον 1 του ισχύοντος συντάγματος του Μασσωνισμού «ο ελευθεροτεκτονισμός ίδρυμα φιλοσοφικόν, προοδευτικόν και φιλανθρωπικόν, σκοπόν έχει την έρευναν της αρετής και την αλληλεγγύην», β) διότι εν αυτώ απαγορεύεται «ρητώς πάσα θρησκευτική συζήτησις ή ομιλία επί καθαρώς δογματικών θεμάτων ή περί της προσωπικότητος των ιδρυτών των διαφόρων θρησκευμάτων (Γεν. κανονισμός άρθρον 168), γ) διότι αποκλείονται των τάξεων αυτού γυναίκες, παιδία, οι μη έχοντες ανεπίληπτον και αγαθήν υπόληψιν ή και επάρκειαν έννομον των πόρων του βίου, ως και οι αμόρφωτοι και οι καταδικασθέντες. (Σύνταγμα, άρθρα 11 και 14), δ) διότι ελλείπουσιν από του Μασσωνισμού ουσιώδη χαρακτηριστικά της εννοίας της θρησκείας και δεν κέκτηται ούτος ιδίαν δογματικήν διδασκαλίαν, ε) διότι, τέλος, από λογικής απόψεως θα ήτο παράλογον να εθεώρει τις ως θρησκευτικήν οργάνωσιν σωματείον, ού τα μέλη και αυτά των ανωτάτων βαθμών μένουσιν αναποσπάστως συνδεδεμένα προς την θρησκείαν, εις ήν ανήκουσιν.
 
(3)    Ο Μασσωνισμός δεν έχει αντιθρησκευτικόν χαρακτήρα. Τουναντίον ρητώς τονίζει την πίστιν εις Θεόν και εις αθανασίαν της ψυχής και αιωνίαν ζωήν «    το σώμα ημών μεταβάλλεται, αλλ’ η  ψυχή διαφεύγει την εξουδένωσιν» (Τυπικά, σ.72) «ο θάνατος είναι η μετάβασις εις την αιωνίαν ζωήν» (Τυπικά, σ. 69) και ουδείς δύναται να γίνη δεκτός εν τη στοά αν δεν δηλώση αποδοχήν των αρχών τούτων.
 
(4)    Ο Μασσωνισμός δεν έχει αντιθρησκευτικόν χαρακτήρα. Το ότι εν αυτώ δεν γίνεται λόγος περί ειδικών χριστιανικών δογμάτων είναι αυτονόητον, εφόσον εν τοις κόλποις αυτού δεν περιλαμβάνονται μόνον χριστιανοί αλλά και αλλόθρησκοι. Και αι τελεταί δε του Μασσωνισμού, παρ’ όλον τον ως εκ των χρονικών συνθηκών, υφ’ άς προέκυψαν, μυστικίζοντα και συμβολικόν χαρακτήρα των, ουδόλως δύνανται να θεωρηθώσιν ως μυστήρια, εν τη εννοία του χριστιανικού μυστηρίου, εφόσον ού μόνον δεν είναι υποχρεωτικαί διά τα μέλη του αλλά και δεν διδάσκεται ότι μεταδίδεται δι’ αυτών θεία χάρις. Ο ελευθεροτεκτονισμός ου μόνον ουδόλως συντελεί , αμέσως ή εμμέσως, εις μείωσιν της πίστεως του χριστιανού, αλλά σέβεται απολύτως τον Χριστιανισμόν, τα δε μέλη του και αυτών των ανωτάτων βαθμών δύνανται να είναι πιστότατα μέλη της εκκλησίας, εις ήν ανήκουσιν.
    Δυνατόν βεβαίως να υπάρχωσι και Μασσώνοι αδιαφόρως ή και ασυμπαθώς ή ίσως και εχθρικώς διακείμενοι προς την εκκλησίαν, αλλά διά τούτο δεν ευθύνεται η Μασσωνία, ως δεν ευθύνεται η εκκλησία εάν μεταξύ των μελών της καταλέγωνται και μη ακολουθούντες και εφαρμόζοντες τας αρχάς αυτής αν και μη Μασσώνοι.
 
(5)    Και αι ηθικαί αρχαί του Μασσωνισμού δεν δύνανται να θεωρηθώσιν αντιστρατευόμεναι προς τας του Χριστιανισμού. Ου μόνον αύται δεν είναι ανεξάρτητοι της ιδέας του Θεού, αλλά τουναντίον παρίστανται ως επιτάγματα του ανωτάτου όντος, ως φωνή Θεού (Πρβλ. Τυπικά, σ. 31 « ο Τέκτων οφείλει να διδάξη την θείαν ηθικήν, ήτις συνοψίζεται εις το «ό σύ μισείς ετέρω μη ποιήσεις» και σ. 35 «Ανοιγήτωσαν τα ώτα σου όπως ακούσωσι της φωνής του Θεού, εντέλλοντος αγαπάτε αλλήλους». κ.π.α.)). Θεμελιώδης ηθική αρχή του Μασσωνισμού, εξ ής απορρέουσι πάσαι αι λοιπαί, διακηρύσσεται η εξής: «Πράττε εις τους άλλους ό,τι θέλεις και οι άλλοι να πράττωσιν εις σε» (Τυπικά σ. 74). Η αρχή αύτη είναι ως γνωστόν η εξαγγελθείσα υπό του Κυρίου: «Πάντα ούν όσα αν θέλητε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, ούτω και υμείς ποιείτε αυτοίς, ούτος γαρ εστίν ο νόμος και οι προφήται» (Ματθ. 7, 12). Οτι δε ο θεσμός της αγάπης δεν περιορίζεται εν τω Μασσωνισμώ μεταξύ των της Στοάς αλλ’ επεκτείνεται επί πάντας, μαρτυρεί ου μόνον ή διαρρήδην δήλωσις, καθ΄ ήν «θεωρούμεν πάντας τους ανθρώπους αδιακρίτως τάξεως και φυλής ίσους  προς ημάς αδελφούς ημών» (Τυπικ. Σελ. 32), αλλά και η φιλανθρωπία, ήν εξασκεί ο Μασσωνισμός ου μόνον προς τα μέλη του αλλά ανεξαρτήτως φυλής και θρησκείας. Ούτως ο Μασσωνισμός ου μόνον συντηρεί συσσίτια, νυκτερινάς σχολάς και ορφανοτροφεία, άνευ οιασδήποτε προπαγανδιστικής ενεργείας, αλλά και ενεργόν επεδείξατο ενδιαφέρον κατά τε το παρελθόν και κατά τας ημέρας ημών εις πάσας τα εθνικάς ανάγκας και εις πάσας τας συμφοράς, αίτινες έπληξαν την Πατρίδα και την Κοινωνίαν.
(6)    Χαρακτηριστικόν στοιχείον της Μασσωνικής ηθικής είναι και ο πόλεμος κατά του υλισμού (πρβ. Τυπικ. σελ. 28, «αφαιρεθήτω ενώπιον του φωτοβόλου αστέρος του Τεκτονισμού ο υλικός πέπλος, διά του οποίου ο βέβηλος κόσμος σε περιβάλλει». Και σ. 31: «Οι Τέκτονες συνέρχονται ίνα επικρατήση επί της Γης η βασιλεία του αγαθού». Και σ. 34 - 35 : Ο υιοθετούμενος πρέπει «να καταγίνηται διαρκώς να κατανικά τα πάθη του», και να είναι «πάντα πρόθυμος να θυσιάζη το ατομικόν συμφέρον υπέρ του γενικού». Και σ. 36. «Ηδοναί σου έστωσαν αι της ψυχής και του πνεύματος». Και σ. 37 «Αγάπα την εργασίαν, ήτις είναι φύλαξ των ηθών» κ.π.α).

(7)    Και η ελευθερία της ερεύνης, ήν ζητεί ο Μασσωνισμός, έχει και αυτή τα όριά της, εφόσον δεν ανέχεται αθεϊαν – ο εν τω Μασσωνισμώ μυούμενος οφείλει να δηλώση εγγράφως και επί τω λόγω της  τιμής του ότι πιστεύει εις τον Θεόν – και επιβάλλει την τήρησιν του ηθικού νόμου.

(8)    Εν Ελλάδι δε τουλάχιστον ο Μασσωνισμός ου μόνον δεν υπέθαλψεν αλλ’ ουδέ και ηνέχθη επαναστατικάς , ανατρεπτικάς, αντιθρησκευτικάς και αντικοινωνικάς ή κι απλώς υπεραριστεριζούσας τάσεις, αλλά απεδείχθη , ως όλον σωματείον συντηρητικών τάσεων και αρχών. Οτι ο Μασσωνισμός δεν έχει αντιθρησκευτικάς, αντιχριστιανικάς, και αντικαθεστωτικάς αρχάς δύναται να συναχθή ου μόνον εκ των επισήμων κειμένων αυτού αλλά και εκ του ότι, εν τοις κόλποις αυτού καταλέγονται άνδρες ευσεβέστατοι και συντηρητικωτάτων αρχών, ών πολλοί ου μόνον κατέσχον και κατέχουσιν ανώτατα αξιώματα αλλά και προσέφερον και προσφέρουσι πολυτιμοτάτας υπηρεσίας προς την εκκλησίαν, ήν τινες και πιστότατα υπηρετούσιν».

Οι καθηγητές της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, οι οποίοι συμμετείχαν εις την σύνταξη  του άνω υπομνήματος και το οποίο, απέστειλαν προς την Ιεράν Σύνοδον της Ιεραρχίας της Ελλάδος, ήταν οκτώ (8) εκ των πλέον εγκρίτων του Πανεπιστημίου, είναι οι ακόλουθοι : 
1) Αμίλκας Αλεβιζάτος, καθηγητής του Κανονικού Δικαίου και της Ποιμαντικής και Ακαδημαϊκός, 
2) Κωνσταντίνος Διοβουνιώτης, καθηγητής της Δογματικής και Χριστιανικής Ηθικής,
3) Νικόλαος Λούβαρης, καθηγητής της Εισαγωγής και Ερμηνείας της Καινής Διαθήκης και Ακαδημαϊκός, 
4) Δημήτριος Μπαλάνος, καθηγητής της Πατρολογίας και Ακαδημαϊκός, 
5) Γρηγόριος Παπαμιχαήλ, καθηγητής της Απολογητικής και της Εγκλυκλοπαιδείας της Θεολογίας, 
6) Βασίλειος Στεφανιδης, Αρχιμανδρίτης, καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, 
7) Γεώργιος Σωτηρίου, καθηγητής της Χριστιανικής Αρχαιολογίας και 
8) Παναγιώτης Μπρατσιώτης, καθηγητής της Εισαγωγής εις την Παλαιά Διαθήκη και της Ερμηνείας εκ των Ο και Ακαδημαϊκός. 

Εκ των άνω καθηγητών, μόνον ο τελευταίος, Παναγιώτης Μπρατσιώτης, εξέφρασε διαφορετική άποψη, την οποία εξέθεσε εις την Ιεραρχία εις την Ιεράν Σύνοδο, με δική του έκθεση, την οποίαν και έκτοτε ακολουθεί η Ιερά Σύνοδος, ενώ ο καθηγητής Νικόλαος Λούβαρης, δεν υπέγραψε το υπόμνημα, ακριβώς λόγω της τεκτονικής του ιδιότητος.
 
Περαιτέρω, άξιον μνείας, είναι όσα έγραψε, μεταξύ άλλων, ο καθηγητής της Θεολογίας, Δημήτριος Μπαλάνος, στο περιοδικό «Ανάπλασις» 1-15 Ιουλίου 1934 «... δεν εννοώ γιατί θέλουμε να κάνουμε τον Τεκτονισμό θρησκεία με το στανιό. Ακόμη κι αν η Μασονία, αξίωνε ότι είναι θρησκεία, καθήκον της Ορθοδόξου Θεολογικής Σχολής θα ήταν να απέκρουε τέτοια ολωσδιόλου αστήρικτη και παράλογη αξίωση  , καθόσον η Μασονία, ουδένα των βασικών όρων περιέχει, εκ των οποίων αποτελείται η έννοια της θρησκείας».

Παρά τα ανωτέρω, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς, εξακολουθεί να αρθρογραφεί και να ισχυρίζεται ότι ο Τεκτονισμός είναι θρησκεία, η θρησκεία του Σατανά και οι Τέκτονες Σατανολάτρες.
 
Δεν καταλαβαίνω, τι ωφελεί την Ορθοδοξία αυτή η μισαλλοδοξία του Μητροπολίτη Πειραιώς προς τον Τεκτονισμό, όταν γνωρίζει ότι στις Τάξεις του εθήτευσαν και θητεύουν προσωπικότητες του πνευματικού, πολιτικού και θρησκευτικού κόσμου, εκ των οποίων σταχυολογώ μόνον τα ονόματα των Ακαδημαϊκών που δημοσιεύονται στο περιοδικό «ΠΥΘΑΓΟΡΑΣ» τεύχος 102/2012 σελ. 237, 238, 239, 240, 241, 242, 243, 244 και 245. Ητοι:
 
1)    Εμμανουήλ Εμμανουήλ, χημικός – φαρμακολόγος, καθηγητής από το 1921 της φαρμακευτικής χημείας, πρύτανις του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1949.
 
2)    Ι. Καλιτσουνάκης, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Αρχαία Ελληνική Φιλολογία, Πρόεδρος της Ακαδημίας.
 
3)    Ανδρέας Ανδρεάδης, καθηγητής της Δημόσιας Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
 
4)    Νικόλαος Πολίτης, καθηγητής του Δημοσίου Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Παρισίων, στο Πανεπιστήμιο του Αιξ, στο Πανεπιστήμιο Πουατιέ, Διεθνολόγος,  Διπλωμάτης, Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στην Κοινωνία των Εθνών, Πρεσβευτής της Ελλάδος στη Γαλλία, πολλές φορές Υπουργός Εξωτερικών.
 
5)    Γεώργιος Ρεμούνδος, μαθηματικός, καθηγητής του Πολυτεχνείου και της  Α.Σ.Ο.Ε.
 
6)    Δημήτριος Καμπούρογλου, Πρόεδρος της Ακαδημίας το 1934, λογοτέχνης ιστοριοδίφης, διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης.
 
7)    Διονύσιος Κόκκινος, ιστορικός και λογοτέχνης, συνέγραψε την δωδεκάτομη ιστορία της Επαναστάσεως του 1821.
 
8)    Δημήτριος Παπούλιας, καθηγητής του Ρωμαϊκού και Αστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πρόεδρος του Ευαγγελισμού, Ιδρυτής της Αρχαιολογικής Εταιρείας, παγκοσμίου φήμης νομομαθής. Διετέλεσε Μεγάλος Διδάσκαλος της Μεγάλης Στοάς της Ελλάδος.
 
9)    Βασίλειος Κριμπάς, καθηγητής της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής, Πρύτανις επί σειρά ετών. Γενικός Γραμματεύς του Υπουργείου Γεωργίας.
 
10)    Γεώργιος Μαριδάκης, καθηγητής του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Πρύτανις του Πανεπιστημίου. Μέλος της Επιτροπής συντάξεως του Αστικού Δικαίου. Το 1951 διετέλεσε Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών.
 
11)    Γεώργιος Κυριάκος, γεωπόνος ειδικός στην αμπελουργία και την οινοποιϊα . Υπουργός Γεωργίας την περίοδο 1936-1941.
 
12)    Περικλής Θεοχάρης, μηχανολόγος – ηλεκτρολόγος του Ε.Μ.Π., καθηγητής εργαστηρίου αντοχής υλικών του Ε.Μ.Π., καθηγητής Πανεπιστημίου Πενσυλβανίας και Φράιμπουργκ, Πρύτανις Ε.Μ.Π. το 1974. Υφυπουργός Παιδείας το 1974. Πρόεδρος της Ακαδημίας το 1982.
 
13)    Κωνσταντίνος Τριανταφυλλόπουλος, Πρόεδρος της Ακαδημίας το 1948. Νομοδιδάσκαλος, καθηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Υπουργός Δικαιοσύνης το 1926 και 1932. Διοικητής της Εθνικής Τραπέζης.
 
14)    Χρύσανθος Φιλιππίδης. Ο εκ Τραπεζούντος Μητροπολίτης, Αρχιεπίσκοπος Αθηνών την περίοδο 1938 – 1941. Μεγάλη μορφή της Ιεραρχίας και του Εθνους.
 
15)    Σωτήριος Σκίπης, πολυγραφότατος ποιητής και πεζογράφος.
 
16)    Κωνσταντίνος Παπαϊωάννου, μηχανολόγος – ηλεκτρολόγος, Ομότιμος καθηγητής του Ε.Μ.Π. και του Πανεπιστημίου Αθηνών. Καθηγητής μηχανολογίας Φυσικομαθηματικής Σχολής Πανεπιστημίου την περίοδο 1943-1947. Καθηγητής Θεωρητικής και Εφηρμοσμένης Μηχανικής το 1947. Καθηγητής  Μηχανικής Ε.Μ.Π. το 1950. Πρύτανις του Πανεπιστημίου Αθηνών την περίοδο 1964-1965.
 
17)    Γεώργιος Γεωργαλάς, Τακτικός καθηγητής της γεωλογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
 
18)    Γρηγόριος Κασιμάτης, Πρόεδρος της Ακαδημίας το 1972, Καθηγητής Αστικού και Εργατικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τακτικός καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Καθηγητής της Παντείου και της Ανωτάτης Βιομηχανικής. Υπουργός σε πολλά Υπουργεία.
 
19)    Δημήτριος Πικιώνης, Πολιτικός Μηχανικός του Ε.Μ.Π. Σπουδάζει γλυπτική , ζωγραφική στο Μόναχο, αρχιτεκτονική στο Παρίσι.
 
20)    Ευάγγελος Παπανούτσος, σπούδασε Θεολόγος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Διδάκτωρ φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Τυβίγγης, καθηγητής στην Αλεξάνδρεια το 1920, διευθυντής Παιδαγωγικών Ακαδημιών. Γενικός Γραμματεύς Υπουργείου Παιδείας, αναμορφωτής της παιδείας με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Γεωργίου Παπανδρέου το 1964.
 
21)    Γεώργιος Μιχαηλίδης – Νουάρος, τακτικός καθηγητής του Αστικού Δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
22)    Ανδρέας Ξυγγόπουλος, καθηγητής της Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, βαθειά θρησκευόμενος προσέφερε πολλά με μελέτες Χριστιανικών Ναών των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης.
 
23)    Βασίλειος Κουρεμένος, καθηγητής της Αρχιτεκτονικής στο Ε.Μ.Π. Ιδρυτικό Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
 
24)    Αγγελος Τερζάκης, διευθυντής δραματολογίας, καλλιτεχνικός διευθυντής και γενικός διευθυντής στο Εθνικό Θέατρο, καθηγητής  Δραματουργίας και Ιστορίας του Θεάτρου.
 
25)    Γεώργιος Βέλτσος, δικηγόρος,  Εφορος Ακαδημίας Αθηνών, Πρόεδρος Αρχαιολογικής Εταιρείας.
 
26)    Περικλής Βιζουκίδης, νομικός, καθηγητής της Νομικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πρύτανις Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
 
27)    Παναγιώτης Πατριαρχέας, καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
 
28)    Κάρολος Αλεξανδρίδης, Τακτικός καθηγητής Α’  Παθολογικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
29)    Αλέξανδρος Καββαδίας του Παναγιώτη, Ιατρός, καθηγητής φυσιοθεραπείας στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, Πρόεδρος της Βασιλικής Ιατρικής Εταιρείας, Επίτιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
 
30)    Χρυσόστομος Αιμίλιος Κωνσταντινίδης, σπούδασε στη Θεολογική Σχολή Χάλκης, Διδάκτορας των Πανεπιστημίων Ρώμης και Στρασβούργου. Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Χάλκης. Τιτουλάριος Επίσκοπος Μύρων. Μητροπολίτης Γέρων Εφέσου. Πρόεδρος των Διασκέψεων Ρόδου και Ζαμπελό Γενεύης. Αντιπρόεδρος του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών. Καθηγητής Θεολογικών Σχολών. Μέλος της Διεθνούς Ακαδημίας Θρησκευτικών Επιστημών.
 
31)    Γεώργιος Κοτζιάς του Κωνσταντίνου, καθηγητής Νευροφυσιολογίας του Πανεπιστημίου Κολούμπια, μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας Επιστημών. Και
 
32)    Δημήτριος Γαλάνης του Εμμανουήλ, διεθνούς φήμης ζωγράφος, χαράκτης και ξυλογράφος, καθηγητής της Σχολής Καλών Τεχνών Παρισίων. 
Εξ όλων των ανωτέρω, γίνεται κατανοητόν, ότι αδίκως οι Τέκτονες  κατηγορούνται  από τον Μητροπολίτη Πειραιώς ως άθεοι και Σατανολάτρες, ιδία όταν ούτος γνωρίζει ότι  καθ’ όλη τη διάρκεια των 200 ετών ιστορίας του εν Ελλάδι Τεκτονισμού, ουδέποτε οι Τέκτονες επέδειξαν αντιθρησκευτικές ή αντιχριστιανικές αρχές. Αντιθέτως, εις τους κόλπους του Τεκτονισμού καταλέγονται άνδρες ευσεβέστατοι και συντηρητικότατων αρχών, οι οποίοι προσέφεραν και προσφέρουν πολυτιμότατες υπηρεσίες εις την Εκκλησία και το Εθνος.


Νίκος Βουργίδης

(ΠΗΓΗ: η ιστοσελίδα της ΜΣΤΕ, www.grandlodge.gr)

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Αγαπητέ αδερφέ ήρθε η ώρα να κάνει ένα τεράστιο άνοιγμα ο τεκτονισμός στη κοινωνία . Θα πρέπει η αμύητος κοινωνία να πληροφορηθεί , τι είναι και προπάντων τι δεν είναι ο τεκτονισμός. Ίσως με τη δημιουργία γραφείου τύπου το οποίο θα αναλάβει εξολοκλήρου αυτο το σπουδαιο επιχειρημα. Τρόποι υπάρχουν όπως και θέληση νομίζω από όλους τους αδελφούς. Εγώ από τη πλευρά μου θέτω τον εαυτό μου στη διάθεση της Μ.Σ.Τ.Ε ( και λογω επαγγελματος)
Μ.Τ.Τ.Α.Α

Ανώνυμος είπε...

Συμφωνώ με τον ανωτέρω κύριο.

Οι 2 συνήθεις κατηγορίες έναντι του τ. είναι ότι αντιστρατεύεται την έννοια της θρησκείας ή/και προωθεί τον εωσφορισμό- σατανολατρεία . Αυτά επαναλαμβάνει συνεχώς και ο συγκεκριμένος μητροπολίτης.

Μόνο όφελος μπορεί να προκύψει με σχετικές διευκρινήσεις από την πλευρά της ΜΣΤΕ αλλά και μέσω του συγκεκριμένου blog